Υποκριτική

maska01.jpg
Η Υποκριτική είναι η τέχνη του ηθοποιού, ο οποίος ασχολείται με το θέατρο, την τηλεόραση ή τοκινηματογράφο, τα μέσα (εκφράσεις προσώπου, κίνηση, λόγος κ.λπ.) και ο τρόπος με τον οποίο τα χρησιμοποιεί, για να ενσαρκώσει έναν ρόλο (στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση).
Οι πρώτες πηγές στη δύση που εξετάζουν την τέχνη της υποκριτικής, την κατατάσσουν ως μέρος τηςρητορικής.

Ηθοποιός

Ο ηθοποιός είναι ο καλλιτέχνης που συμμετέχει σε θεατρική παράσταση ή σε κινηματογραφικό, τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό έργο και ερμηνεύειρόλο. Η λέξη είναι σύνθετη από το ρήμα ποιώ και το ουσιαστικό ήθος που στην Αρχαία Γλώσσα σήμαινε χαρακτήρας.[1] Ηθοποιός σημαίνει αυτός που φτιάχνει - υποδύεται- κάποιον χαρακτήρα.

Ιστορικά

Αρχαίο ελληνικό θέατρο


Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο οι ηθοποιοί ονομάζονταν υποκριτές. Πρώτος υποκριτής και ο πρώτος που εισήγαγε αυτήν την καινοτομία η οποία προκάλεσε τη γέννηση της τραγωδίας και του θεάτρου γενικότερα, θεωρείται ο Θέσπης, όταν στα μέσα του 6αι. πΧ κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών αφιερωμένων στον Διόνυσο διέκοψε τον διθύραμβο του χορού και αποκρίθηκε σε πεζό λόγο. Αρχικά υπήρχε μόνο ένας υποκριτής, που συνδιαλεγόταν με τον Χορό και στη συνέχεια, με την εξέλιξη του αρχαίου δράματος, ο Αισχύλος προσέθεσε έναν δεύτερο και ο Σοφοκλής τον τρίτο. Κατά την αρχαιότητα οι ρόλοι ερμηνεύονταν με χρήση μάσκας και αποκλειστικά από άνδρες, παράδοση η οποία ακολουθήθηκε και μεταγενέστερα.

Ρωμαϊκά χρόνια

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, οι θίασοι απαρτίζονταν κυρίως από σκλάβους. Ο –επίσης σκλάβος- θιασάρχης συνέγραφε και σκηνοθετούσε τα έργα τα οποία παρουσιάζονταν μαζί με τα υπόλοιπα δωρεάν θεάματα (μονομαχίες, άγρια ζώα, χορούς) που προσέφερε η πολιτεία στο λαό και πληρωνόταν πενιχρά στο όνομα του θιάσου αναλόγως της επιτυχίας του έργου . Κατά κανόνα οι ηθοποιοί αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση και ακόμα και με ξυλοφόρτωμα όταν η παράστασή τους εκλαμβανόταν ως προσβολή από τους ευγενείς της εποχής. Σπάνιες εξαιρέσεις αποτελούν οι ηθοποιοί Αίσωπος και Ρόσκιος οι οποίοι μνημονεύονται ως αξιόλογοι.

Μεσαίωνας

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα δεν υπάρχει μεγάλη θεατρική δραστηριότητα. Επικρατούν τα θρησκευτικά δράματα και σποραδικά οιφάρσες. Έτσι υπάρχουν αναφορές κυρίως για μίμους, γελωτοποιούς και τροβαδούρους, οι οποίοι όταν τύγχαναν της αποδοχής του –συχνα αριστοκρατικού- κοινού τους είχαν μεγάλες οικονομικές απολαβές. Αντίστοιχα όμως, οι πιο άτυχοι ή ατάλαντοι μεταξύ τους , που δεν κατάφερναν να εξασφαλίσουν την προστασία των ευγενών της εποχής, δέχονταν διώξεις, κατηγορίες και φυλακίσεις.


Ηθοποιοί που άφησαν εποχή

Έλλη Λαμπέτη

bmipcncsde4bdc404d76a64.jpg
Κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Λούκος, ιδιοκτήτης ταβέρνας, και μητέρα της η Αναστασία Σταμάτη. Ο παππούς της, γνωστός ως Καπετάν-Σταμάτης, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821.
Το 1928 η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Έλλη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Ωστόσο, το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, που την πήρε κοντά της και σύντομα έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια. Μάλιστα, της είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε της επέτρεψε να διαβάσει ακόμη και τις ερωτικές επιστολές που είχε λάβει από τον Ίωνα Δραγούμη, στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά απέκτησε και το νέο της επώνυμο, το οποίο το επέλεξε από το βιβλίο «Αστραπόγιανος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
Πολύ σύντομα, το 1942, έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα καθιερώθηκε ως ηθοποιός εξαιρετικής εσωτερικότητας, με τον «Γυάλινο Κόσμο» στο Θέατρο Τέχνης τουΚαρόλου Κουν. Την ίδια χρονιά έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Από το 1948 συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον μεγάλο αντίπαλο του Κουν. Εκείνη τη χρονιά γνωρίστηκε και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον πρώτο μεγάλο της έρωτα.
Το 1950 παντρεύτηκε με τον Μάριο Πλωρίτη. Ο γάμος τους, όμως, δεν άντεξε για πολύ... Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα, όταν η Έλλη γνώρισε τον Δημήτρη Χορν. Μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι», «Το παιχνίδι της Μοναξιάς», κ.α. Στη μεγάλη οθόνη, υπήρξαν συμπρωταγωνιστές στην «Κάλπικη Λίρα» (1956) του Γιώργου Τζαβέλα. Άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες της Έλλης Λαμπέτη, αυτής της περιόδου, είναι το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και «Το τελευταίο ψέμα» (1957) του Μιχάλη Κακογιάννη.
Παρότι η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στο σανίδι, η σχέση τους έφτασε στο τέλος της το 1959. Δήλωσαν ότι θα ξανασυνεργαστούν σύντομα, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Έως τότε η Έλλη είχε χάσει τη μητέρα της, τρία αδέρφια κι ένα μωρό που θα αποκτούσε με τον Χορν. Η μόνη αχτίδα σ' αυτά τα τραγικά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον αμερικανό συγγραφέα Γουέικμαν, ο οποίος υπήρξε ο επόμενος σύζυγός της έως το 1976.
Η δεκαετία του '70 ήταν εξίσου σκληρή για την Έλλη Λαμπέτη. Εξαιτίας της λαχτάρας της για την απόκτηση ενός παιδιού, ενεπλάκη σε μία δικαστική περιπέτεια, που κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι φυσικοί γονείς τής μικρής Ελίζας, που είχε υιοθετήσει, διεκδίκησαν και πήραν την κηδεμονία του παιδιού το 1974.
Τα επόμενα χρόνια ήταν μία μάχη με την επάρατο νόσο, από την οποία είχε προσβληθεί από το 1967. Δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να παίζει στο θέατρο, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν το 1981, στο έργο «Σάρα - Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», όπου έπαιξε θαυμαστά το ρόλο της κωφάλαλης Σάρας. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, στο αμερικάνικο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν.
Η ζωή της γράφτηκε σε βιβλίο από τον καλό της φίλο Φρέντυ Γερμανό κι έγινε μπεστ σέλερ, 13 χρόνια μετά το θάνατό της.

Θανάσης Βέγγος
300px-Θανάσης_Βέγγος.jpg

Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο το 1927. Κατάγεται από τα Θολάρια της Αιγιάλης από την πλευρά της μητέρας του Ευδοκίας, του γένους Ιωάννη Σμυρνή. Η γιαγιά του η Μαρουλιώ ήταν πρακτική μαία στα Θολάρια της Αμοργού (Τα στοιχεία καταγωγής προέρχονται από την έκδοση «Επιφανείς Αμοργίνοι» 1983 του Συνδέσμου Αμοργίνων). Ηταν το μοναχοπαίδι του κυρ Βασίλη και της κυρα-Ευδοκίας που κατάφεραν να δώσουν στον Θανάση μόνο τις εγκύκλιες σπουδές. Ο πατέρας Βέγγος, υπάλληλος στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρίας στο Φάληρο, αγωνίστηκε επί Κατοχής για να το σώσει από την ανατίναξη που σχεδίαζαν οι Γερμανοί οι μαρτυρίες λένε πως το εργοστάσιο σώθηκε χάρη στις προσπάθειες αυτού ακριβώς του ανθρώπου, ο οποίος στη συνέχεια απολύθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των αριστερών φρονημάτων του. Αλλά και ο Θανάσης αντιμετώπισε την εκδικητικότητα του κράτους: βρέθηκε στη Μακρόνησο, το κολαστήριο και τόπο μαρτυρίου για χιλιάδες αριστερούς φαντάρους αλλά και πολίτες.


Εκεί, στον κατ' ευφημισμόν «νέο Παρθενώνα», ο νεαρός Θανάσης βίωσε τον εξευτελισμό, έμαθε να υπομένει, υιοθέτησε την αξιοπρέπεια ως στάση ζωής και ταυτόχρονα γνώρισε τη συντροφική αλληλεγγύη. Εκεί επίσης συνδέθηκε φιλικά με τον Νίκο Κούνδουρο, τον άνθρωπο που θα άλλαζε την πορεία της ζωής του.


Ηταν το 1953 όταν τον κάλεσε ο Κούνδουρος να παίξει στη «Μαγική πόληι», την πρώτη ταινία της καριέρας του: υποδύεται τον πωλητή λεμονιών στη λαχαναγορά, μέλος μιας παρέας νεαρών βιοπαλαιστών. Ο ήρωας λέγεται Θανάσης ; ο Βέγγος παίζει τον εαυτό του ;, όνομα που θα τον ακολουθεί στη συνέχεια σε πολλές άλλες ταινίες και θα μπαίνει αργότερα και στους τίτλους των ταινιών του («Ο Θανάσης, η Ιουλιέτα και τα λουκάνικα», «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;», «Θανάση, πάρε τ' όπλο σου», «Δικτάτωρ καλεί Θανάση», «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας» κτλ.), όταν βέβαια δεν μπαίνει το επώνυμό του («Είναι ένας τρελός τρελός Βέγγος», «Δόκτωρ Ζι-Βέγγος», «Ενας Βέγγος για όλες τις δουλειές»).


Στον «Δράκο», τη δεύτερη ταινία του Κούνδουρου, ο Βέγγος υποδύεται τον μπάρμαν σε ένα κέντρο διασκέδασης, ο οποίος είναι συγχρόνως και μπράβος του αρχηγού μιας συμμορίας απατεώνων. Εκεί θα φάει τις τρεις πρώτες θεαματικές φάπες, που θα ανοίξουν τους ασκούς της σφαλιάρας η οποία καταδιώκει τον Θανάση Βέγγο σε ολόκληρη την κινηματογραφική σταδιοδρομία του. Ετσι ο εκφραστικός ηθοποιός με τη φαλάκρα, το συμπαθητικό πρόσωπο, την αβέβαιη έκφραση, μπήκε δυναμικά στον χώρο του κινηματογράφου, χωρίς να έχει προϋπηρεσία στο θέατρο. Ηταν ένας ερασιτέχνης που για να επιβιώσει έκανε ένα σωρό δουλειές ­ κυρίως του φροντιστή σε ταινίες ­, δουλειές κοπιαστικές, επίπονες και γλίσχρα αμειβόμενες. Στη συνέχεια πήρε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος, γράφτηκε στο σωματείο, έπαιξε στο θέατρο και πήρε σημαντικότερους ρόλους. Μολονότι συμμετείχε σε αρκετές ενδιαφέρουσες και ονομαστές ταινίες («Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» του Γρηγόρη Γρηγορίου, «Ο Ηλίας του 16ου» του Αλέκου Σακελλάριου, «Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου, «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ» του Ροβήρου Μανθούλη, «Ησυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη, «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Το αίνιγμα» του Γιάννη Σολδάτου), ως κινηματογραφικός τύπος καθιερώθηκε από άλλες κωμικές παραγωγές όπου ενσάρκωνε τον μέσο Ελληνα: τον φουκαρά, τον γκαφατζή, τον αγαθό, τον περιδεή, τον αγχωμένο, τον κυνηγημένο, αλλά και τον καπάτσο.


Αυτό το παιδί για όλες τις δουλειές διαμόρφωσε έναν μοναδικό λαϊκό κινηματογραφικό ήρωα, ολοκληρωμένο και αναγνωρίσιμο, με σταθερά χαρακτηριστικά. Ο Βέγγος, δημιούργημα της ανάγκης για ρεαλιστική απεικόνιση του σύγχρονου Αθηναίου, στο πλαίσιο της φαρσοκωμωδίας, κινηματογραφικού είδους που συγκινούσε πλατιά στρώματα του ελληνικού λαού, ερμήνευσε τον άνεργο, τον πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη, τον τίμιο και εργατικό, τον αμήχανο και πολυμήχανο, που κάνει κάθε είδους δουλειά για να επιβιώσει. Σε αυτή την προσπάθειά του μετατρέπεται σε μια αεικίνητη φιγούρα, έναν κλόουν, έναν έλληνα Σαρλό, ή καλύτερα στον Καραγκιόζη αυτοπροσώπως. Ωστόσο η φαρσοκωμωδία δεν είναι ρεαλιστική, ξεφεύγει από τα όρια της πραγματικότητας, και ο Βέγγος βρίσκει την ευκαιρία να εισέλθει σε αυτήν ως υπερρεαλιστικό στοιχείο, να παλέψει με την πείνα και την ανασφάλεια, να φέρει τον κόσμο πάνω κάτω. Για να το επιτύχει αυτό στην εντέλεια έπρεπε να περάσει στη σκηνοθεσία, μα και στην παραγωγή των ταινιών του (κάτι που τον οδήγησε σε οικονομική καταστροφή), ώστε να ενσαρκώσει το όραμά του, το όραμα της απόλυτης ελευθερίας, να υπερβεί τις συμβάσεις, «να χτίσει τη δική του Οκτάνα», σύμφωνα με τον Σολδάτο.


Έφυγε έπειτα από πολύμηνη παραμονή στο νοσοκομείο "Ερυθρός Σταυρός".



Αλίκη Βουγιουκλάκη
refuidsfh.jpg
Η Αλίκη Σταματίνα Βουγιουκλάκη (20 Ιουλίου 1933-23 Ιουλίου 1996), κόρη του Ιωάννη Βουγιουκλάκη και της Αιμιλίας Κουμουνδούρου, υπήρξε μια δημοφιλέστατη ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής, στην Αθήνα. Αδελφός της ο σκηνοθέτης Τάκης Βουγιουκλάκης.

Το υποκριτικό της ταλέντο φάνηκε από τα μαθητικά της χρόνια. Το 1952 έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου από την οποία αποφοίτησε με Λίαν Καλώς. Προτού ακόμη αποφοιτήσει από τη Σχολή ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της από το θέατρο και από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισε να εμφανίζεται στον κινηματογράφο σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σύντομα καθιερώθηκε στο χώρο και λόγω της εξαιρετικής δημοτικότητας που απέκτησε στο ευρύ κοινό ονομάστηκε (από τον Φιλοποίμενα Φίνο αρχικά) Εθνική Σταρ της Ελλάδας. Το 1960, της απονεμήθηκε το 1ο Βραβείο ερμηνείας Α' Γυναικείου ρόλου στο Α' Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στην κινηματογραφική ταινία Μανταλένα, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.

Ο Μάριος Πλωρίτης υπήρξε σύντροφος της. Στις 18 Ιανουαρίου 1965 παντρεύτηκε με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ, συμφοιτητή της στη Δραματική Σχολή και στις 4 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε ο γιος τους, Γιάννης. Στις 5 Ιουλίου 1975, οι δύο ηθοποιοί πήραν διαζύγιο (επισήμως λόγω ασυμφωνίας συμβιώσεως). Μαζί πρωταγωνίστησαν σε πολλά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα, από τα πιο εμπορικά και πετυχημένα στην ιστορία του ελληνικού θεάματος.

Η σημαντική εμπορική κάμψη που σημείωσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ελληνικός κινηματογράφος ώθησε τη Βουγιουκλάκη να ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με το θέατρο. Το 1975 έφερε στην Ελλάδα τα μιούζικαλ, με το έργο του Νιλ Σάιμον "Καμπίρια". Ανέβασε επίσης με μεγάλη επιτυχία και άλλα έργα του είδους, όπως το "Καμπαρέ", τη "Τζούλια" και την "Εβίτα" με τελευταίο το μιούζικαλ "Η μελωδία της ευτυχίας".

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανε ένα δεύτερο γάμο το 1980 με τον κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη ο οποίος έμεινε μυστικός για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του. Η τελετή έγινε κυριολεκτικά στο κέντρο της Αθήνας (στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών) και το γεγονός αποκάλυψε το 1993 η ίδια σε τηλεοπτική εκπομπή. (Ενώπιος Ενωπίω - Νίκος Χατζηνικολάου).

Τελευταίος σύντροφος της ζωής της για μια δεκαετία (1986)- ήταν ο ηθοποιός Κώστας Σπυρόπουλος.

Πέθανε στις 23 Ιουλίου 1996 στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών μετά από σύντομη μάχη με τον καρκίνο


Σύγχρονοι ηθοποιοί


Πέτρος Φιλιππίδης

filippidis_h_633_451.jpg
Ο Πέτρος Φιλιππίδης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1963 στην Αθήνα. Είναι παντρεμένος με την Ελπίδα και μαζί έχουν ένα γιο, το Δημήτρη.
Το 1986 αποφοίτησε από τη Σχολή Θεάτρου Τέχνης Κάρολου Κουν, έχει ακόμα σπουδάσει σκηνοθεσία στην Σχολή Σταυράκου καθώς επίσης κρουστά και θεωρία μουσικής στο Ωδείο Αθηνών. Από το πρώτο έτος της φοίτησής του στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και μέχρι το 1988, πήρε μέρος σε πολλές παραστάσεις αρχαίου δράματος όπως "ΙΠΠΕΙΣ", "ΑΧΑΡΝΗΣ", "ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΑΖΟΥΣΕΣ", "ΟΡΝΙΘΕΣ", "ΠΕΡΣΕΣ", "ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ", και "ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗ". Συμμετείχε ακόμα στις παραστάσεις "Ο Βασιλείας Ριχάρδος ο Γ", "Λευκή Απεργία", "Γκλορίνια", "Θεϊκά Λόγια" και στην "Πραβάντα".

Το διάστημα 1988-1990 συνεργάστηκε με το θίασο "Εποχής" του Βασίλη Παπαβασιλείου στις παραστάσεις "ΠΙΣΤΗ, ΑΓΑΠΗ, ΕΛΠΙΔΑ" και "ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ". Στην συνέχεια συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους του ελεύθερου θεάτρου στις παραστάσεις : "Είπαν Του Ψηλού Να Τρέξει", "Στο Τσακ", "Πάνω Κάτω", "Πόθεν Αίσχος", "Πακέτο Ντε Λόρδα, "Αταίριαστο Ζευγάρι", "Τα Νεύρα Μου Τα Χάπια Μου Και Ένα Ταξί Να Φύγω", "Ξενοδοχείο Ο Παράδεισος", "Μαύρη Κωμωδία", "LOOT", "Περιμένοντας Τον Γκοντό", "Μακρυκωσταίοι Και Κοντογιώργηδες" , "Βάτραχοι", "Όρνιθες", "Λατέρνα Φτώχεια Και Φιλότιμο", "Ηλίθιοι" , "Σπασμένη Στάμνα" και "Ταραντέλα".

Το καλοκαίρι του 1996 έπαιξε το ρόλο του τρελού στην παράσταση "Βασιλιάς Λήρ". Έχει πάρει μέρος πολλές φορές στο Θέατρο της Δευτέρα της ΕΤ1 έχει πάρει μέρος σε πολλές τηλεοπτικές σειρές όπως : "Ομιλείτε Ελληνικά", "Οι Αυθαίρετοι", "Οι Απαράδεκτοι", "Όχι Τα Νέα Του ΑΝΤ1", "Ιστορίες Χωρίς Δάκρυα", "Ανατομία Ενός Εγκλήματος", "Της Ελλάδος Τα Παιδιά" και πολλά άλλα.

Έχει πρωταγωνιστήσει στις επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές "Χάι Ρόκ", "Ο Πέτρος Και Τα Κορίτσια Του", "Σε Λα Βι", "Το Κλειδί", "Οι Διαπλεκόμενοι", "Οι Δρουσουλίτες" και "Εκπαιδεύοντας Τον Μπάμπη".

Είναι αφηγητής στην διεθνή δισκογραφική παραγωγή του παραμυθιού "Ο Πέτρος Και Ο Λύκος" έχει γράψει το "Ελεφαντάκι Μπαμπάρ", "Τα Όργανα Της Ορχήστρας" και "Το Καρναβάλι των Ζώων". Έχει ακόμα μεταγλωττίσει την φωνή του Musu στην κινηματογραφική ταινία της "Mulan". Επίσης την φωνή του Sid στην κινηματογραφική ταινία "Ice Age".

Έχει πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική ταινία του Νίκου Ζαπατίνα "Εφάπαξ". Έχει παρουσιάσει τα τηλεπαιχνίδια "Remote Control" και "Τηλετζόκερ" του ΟΠΑΠ. Μακρά είναι και η συνεργασία με το ραδιόφωνο σε πολλές εκπομπές όπως "Δύο Βούρλα Και Μισά" στον ΑΝΤ1 και "Οι Κουμπάροι" στο Flash9,61. Για δύο συνεχόμενα έτη υπήρξε δάσκαλος υποκριτικής στο θεατρικό Εργαστήρι του Κώστα Καζάκου.

Κάτια Δανδουλάκη

katia-dandoulaki.jpg
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 16 Μαΐου1948. Έλκει την καταγωγή της από τη Σητεία από την πλευρά του πατέρα της και από τη Μικρά Ασία από την πλευρά της μητέρας της.
Τελείωσε τη Σχολή Θεάτρου του Κάρολου Κουν και το London School of Dramatic Art. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Λονδίνο συνεργάστηκε με το BBC σε τηλεταινίες και ραδιοφωνικές παραγωγές. Από το 1996 ήταν παντρεμένη με τον Μάριο Πλωρίτη (απεβίωσε το 2006), ο οποίος έχει μεταφράσει και προσαρμόσει πολλά θεατρικά έργα στα οποία έχει πρωταγωνιστήσει η ίδια.

Έλαβε μέρος σε πολλές δημοφιλείς ταινίες όπως Παπαφλέσσας το 1971 με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Η μεγάλη της επιτυχία όμως, ήρθε το1977 στην τηλεοπτική σειρά Οι Πανθέοι, από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη, όπου ερμήνευσε το ρόλο της Μάρμως Πανθέου, μιας νεαρής συζύγου. Προηγουμένως είχε πρωταγωνιστήσει στην τηλεοπτική σειρά Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο που είχε γράψει ο Νίκος Καζαντζάκης. Και οι δύο αυτές σειρές μεταδόθηκαν από την ελληνική κρατική τηλεόραση (ΕΡΤ). Ακόμα πήρε μέρος στον Χατζημανουήλ (1984 του Γιάννη Σμαραγδή) μαζί με τους Γιάννη Μόρτζο και Δάνη Κατρανίδη.
Τη δεκαετία του 1990 ο Νίκος Φώσκολος την επέλεξε ως βασική πρωταγωνίστρια στη νέα τηλεοπτική σειρά που ετοίμαζε, τη "Λάμψη". Ο ρόλος της Βίρνας Δράκου της χάρισε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία. Το 1998, μετά από σχεδόν οχτώ χρόνια συνεργασίας, "εγκαταλείπει" τη Λάμψη και αφοσιώνεται στο θέατρο.

Γιάννης Μπέζος

15575b6ab209838251e88e04ceaba405.jpg
Ο Γιάννης Μπέζος είναι Έλληνας ηθοποιός και σκηνοθέτης, γεννημένος στις 10 Σεπτεμβρίου 1956. Έχει συμμετάσχει σε σειρά παραστάσεων στην τηλεόραση και το θέατρο, όπου έχει καθιερωθεί κυρίως ως κωμικός. Έχει, επιπλέον, πραγματοποιήσει πέντε κινηματογραφικές εμφανίσεις.

Εκείνος που τον ανακάλυψε πρώτος ήταν ο Θύμιος Καρακατσάνης όταν ξεχώρισε το ταλέντο του κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης στο θέατρο "Σμαρούλα". Αρχικά, στο θέατρο συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το όνομά του ωστόσο απέκτησε τη σημερινή του αίγλη χάρη σε μία σειρά από σημαντικές τηλεοπτικές επιτυχίες: «Οι Απαράδεκτοι» (1991-1992, 1992-1993), «Της Ελλάδος τα παιδιά» (1993-1994, 1994-1995), «Εκείνες κι εγώ» (1996), «Άκρως οικογενειακόν» (2001-2002, 2002-2003) και Ευτυχισμένοι μαζί (2007-2008, 2008-2009). Σε πολλές από τις τηλεοπτικές σειρές στις οποίες πρωταγωνίστησε και πρωταγωνιστεί έχει συνεργαστεί με τον σκηνοθέτη Ανδρέα Μορφονιό με τον οποίο είναι και στενοί φίλοι, ενώ κάποιες από αυτές τις έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος.

Επίσης, έχει πρωταγωνιστήσει σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις τη δεκαετία του '80 και μεγάλες επιτυχίες αρχαίων παραστάσεων όπως οι «Βάτραχοι» και η «Λυσιστράτη». Το Μάρτιο του 2009 έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Παλλάς η θεατρική υπερπαραγωγή «Το κλουβί με τις τρελές», ένα διάσημο γαλλικό μιούζικαλ του Ζαν Πουαρέ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου και Σταμάτη Φασουλή.

Ο Γιάννης Μπέζος, επίσης διακρίνεται για τις φωνητικές του ικανότητες, τις οποίες συχνά επιδεικνύει υποδυόμενος τους ρόλους του. Σαν αποτέλεσμα πραγματοποίησε μουσικές παραστάσεις, περιοδικές συνεργασίες και δισκογραφικές συμμετοχές (σε δίσκους του Γιώργου Χατζηνάσιου, του Νότη Μαυρουδή και του Θάνου Μικρούτσικου). Είναι παντρεμένος με την ηθοποιό Ναταλία Τσαλίκη, με την οποία έχει μοιραστεί σε διάφορες περιστάσεις τη σκηνή και την τηλεόραση, ενώ έχουν και μία κόρη, την Ηρώ.